Translate on my blog

Παρασκευή, 17 Μαρτίου 2017

Πολιτική κρίση στην Τουρκία (2008)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Η πολιτική κρίση στην Τουρκία ξέσπασε μετά την επικράτηση του συντηρητικού πολιτικού Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στις εκλογές του Ιουλίου 2007 και την παράλληλη ήττα του κεμαλικού υποψηφίου Ντενίζ Μπαϊκάλ. Συνέπεια της ευρείας νίκης του Ερντογάν ήταν η προώθηση και η εκλογή στην προεδρία του υπουργού εξωτερικών Αμπντουλάχ Γκιούλ, υποψηφιότητα στην οποία αντιτίθεντο οι στρατιωτικοί. Η προσπάθεια του Ερντογάν να αποδυναμώσει το κοσμικό κράτος επέφερε την αντίδρασή του με αποτέλεσμα ο αρμόδιος εισαγγελέας τον Μάϊο του 2008 να εισηγηθεί προς το συνταγματικό δικαστήριο την απαγόρευση του κυβερνώντος κόμματος ΑΚΡ καθώς και 71 επιφανών πολιτικών, μεταξύ των οποίων οι Αμπντουλάχ Γκιούλ και Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν.

Προϊστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με την ανάληψη της πρωθυπουργίας από τον Ερντογάν έγινε φανερό ότι θα προωθούσε μεταρρυθμίσεις που σταδιακά θα αλλοίωναν τον κοσμικό χαρακτήρα του κράτους που υπερασπίζονται οι κεμαλιστές στρατιωτικοί. Η πρώτη σημαντική σύγκρουση μεταξύ κυβέρνησης - στρατιωτικών ήρθε με αφορμή την εκλογή του προέδρου, αφού η θητεία του απερχόμενου κεμαλιστή προέδρου Αχμέτ Νετζντέτ Σεζέρ είχε ήδη λήξει. Το κυβερνών κόμμα ΑΚΡ πρότεινε στις 23 Απριλίου 2007 τον υπουργό εξωτερικών και πρώην πρωθυπουργό Αμπντουλάχ Γκιούλ για το προεδρικό αξίωμα, γεγονός που προκάλεσε την έντονη αντίδραση των στρατιωτικών, οι οποίοι μέσω του αρχηγού του γενικού επιτελείου στρατηγού Γιασάρ Μπουγιούκανιτ είχαν ξεκαθαρίσει ότι δεν θα ανέχονταν πρόεδρο που δεν θα ενστερνιζόταν τις βασικές αρχές της τουρκικής δημοκρατίας.
Στην πρώτη ψηφοφορία, που έγινε στις 27 Απριλίου, η αξιωματική αντιπολίτευση (Ρεπουμπλικανικό Λαϊκό Κόμμα), το κόμμα της Μητέρας Πατρίδας και το κόμμα του Ορθού Δρόμου απείχαν. Για να θεωρηθεί έγκυρη η ψηφοφορία θα έπρεπε να βρίσκονται τα 2/3 της τουρκικής εθνοσυνέλευσης, δηλαδή 367 βουλευτές και άνω. Στην αίθουσα της εθνοσυνέλευσης βρέθηκαν 368, ψήφισαν όμως 361. Σε 361 ο Αμπντουλάχ Γκιούλ έλαβε 357, δεν εκλέχτηκε όμως πρόεδρος καθώς δεν συγκέντρωσε τα 2/3 των μελών. Όμως το Ρεπουμπλικανικό Λαϊκό Κόμμα προσέφυγε την ίδια μέρα στο ανώτατο συνταγματικό δικαστήριο καθώς θεώρησε ότι δεν υπήρξε απαρτία αφού οι επτά βουλευτές του βρέθηκαν στην αίθουσα της εθνοσυνέλευσης ως μέλη του προεδρείου για να παρακολουθήσουν την διαδικασία και όχι για να συμμετάσχουν. Από την πλευρά του ΑΚΡ υποστηρίχθηκε ότι αφού ήταν εντός της αιθούσης λαμβάνονται ως παρόντες. Την επομένη της ψηφοφορίας οι στρατιωτικοί με ανακοίνωσή τους προειδοποίησαν ότι «όταν χρειαστεί θα τοποθετηθούν και θα ενεργήσουν με ξεκάθαρο και σαφή τρόπο». Παράλληλα με όλα αυτά οι Κεμαλιστές διοργάνωσαν διαδηλώσεις με χιλιάδες άτομα σε όλες τις μεγάλες πόλεις εναντιώμενοι στις προθέσεις του πρωθυπουργού Ερντογάν.
Το ανώτατο συνταγματικό δικαστήριο, του οποίου τα μέλη διορίζονται από τον εκάστοτε πρόεδρο και έχουν ισόβια θητεία, ανακοίνωσε την 1η Μαΐου 2007 την ακύρωση της πρώτης ψηφοφορίας με εννέα υπέρ και δύο κατά. Η απόφαση του δικαστηρίου θεωρήθηκε από πολλούς ως μίνι συνταγματικό πραξικόπημα των στρατιωτικών. Μετά την απόφαση το ΑΚΡ αποφάσισε την αναθεώρηση του συντάγματος. Στις 6 Μαΐου πραγματοποιήθηκε πάλι ψηφοφορία χωρίς όμως επιτυχία αφού δεν συγκεντρώθηκαν τα 2/3 της εθνοσυνέλευσης με αποτέλεσμα ο Γκιουλ να αποσύρει την υποψηφιότητά του.
Ύστερα από όλα αυτά τα γεγονότα το κυβερνών κόμμα αποφάσισε να προχωρήσει στην προκήρυξη πρόωρων εκλογών.

Κρίσιμες εκλογές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι εκλογές που προκηρύχθηκαν για τις 22 Ιουλίου είχαν ως κεντρικό θέμα την σχέση Ισλαμιστών - Κεμαλικών, την επικείμενη εκλογή νέου προέδρου και το Κουρδικό.[1] Είχε προηγηθεί η αποτυχία εκλογής του Αμπντουλάχ Γκιούλ στο προεδρικό αξίωμα τον Μάϊο του 2007. Η ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας, την οποία προωθούσε ο Ερντογάν, αρχηγός του ΑΚΡ, αλλά και οι προοδευτικές μεταρρυθμίσεις που προανήγγειλε όξυναν το πολιτικό κλίμα. Παράλληλα οι φήμες περι πιθανής εισβολής του τουρκικού στρατού στο Ιράκ, και συγκεκριμένα στο βόρειο Ιράκ, για να βομβαρδίσουν θέσεις των Κούρδων δημιούργησε πολεμικό κλίμα λίγο πριν τις εκλογές.[2] Οι καταγγελίες του Ερντογάν για απειλές βουλευτών και για ύπαρξη παραστρατιωτικών οργανώσεων δημιούργησαν μεγαλύτερη ένταση. Στις 27 Απριλίου οι στρατιωτικοί με τελεσίγραφο είχαν προειδοποιήσει οτι δεν θα επιτρέψουν αλλοίωση του κοσμικού χαρακτήρα του κράτους απειλώντας εμμέσως για πραξικόπημα.[3]
Προκειμένου να προωθηθούν οι μεταρρυθμίσεις απαιτείτο τουλάχιστον τα 2/3 της τουρκικής εθνοσυνέλευσης, τα οποία το ΑΚΡ δεν κατάφερε να εξασφαλίσει, κέρδισε όμως τις εκλογές με ποσοστό 46%, γεγονός που του έδωσε μια σχετική άνεση κινήσεων.[4] Αντίθετα το κεμαλιστικό Ρεμπουμπλικανικό Λαϊκό Κόμμα (CHP) υπέστη βαριά ήττα αφού κατάφερε να συγκεντρώσει μόνο 20,79% δημιουργώντας παράλληλα ενδοκομματική κρίση αφού κεμαλικοί κύκλοι επιδίωξαν αμέσως μετά την ήττα την παραίτηση του προέδρου του κόμματος Ντενίζ Μπαϊκάλ, ο οποίος τελικώς διατήρησε τα ηνία του κόμματος.[5]

Εκλογή προέδρου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πρόθεση της ηγεσίας του ΑΚΡ αλλά και του ίδιου του Γκιουλ να κατέλθει ως υποψήφιος για δεύτερη φορά για τον προεδρικό θώκο επιβεβαιώθηκε τις επόμενες μέρες. Στις 13 Ιουλίου το ΑΚΡ επισημοποίησε την πρότασή του, παρά τις έντονες αντιρρήσεις των κεμαλιστών στρατηγών που 17 μέρες αργότερα στις 30 Ιουλίου εξέφρασαν και δημόσια την αντίρρησή τους στηρίζοντας υποψηφιότητα κεμαλιστή πολιτικού. Παρά την πλειοψηφία του ΑΚΡ στην εθνοσυνέλευση, η παρουσία άλλου κόμματος για την πραγματοποίηση της εκλογικής διαδικασίας ήταν απαραίτητη. Σε περίπτωση τρίτου γύρου το κυβερνών κόμμα διέθετε τις απαραίτητες έδρες.
Το άνοιγμα προς το ΑΚΡ έγινε από το κόμμα των Γκρίζων Λύκων, το οποίο δήλωσε ότι δεν θα ψηφίσει μεν τον Αμπντουλάχ Γκιουλ αλλά παρ´όλα αυτά δεν θα αποχωρήσει από την όλη διαδικασία, παρέχοντας έτσι την απαραίτητη απαρτία (2/3) για την πραγματοποίηση εκλογής προέδρου. Στον πρώτο γύρο συγκέντρωσε 341 ψήφους και δεν κατάφερε να εκλεγεί αφού χρειαζόντουσαν 367 ψήφοι. Στον δεύτερο γύρο συγκέντρωσε 337 ψήφους με αποτέλεσμα να καταλήξει στον τρίτο γύρο, όπου και εξελέγη.
Η πρώτη δημόσια αντίδραση των στρατιωτικών στην εκλογή Γκιουλ πραγματοποιήθηκε στην ορκωμοσία του από την οποία απουσίαζε η στρατιωτική ηγεσία. Στις 10 Σεπτεμβρίου ο στρατηγός Γιασάρ Μπουγιούκανιτ συναντήθηκε με τον Γκιουλ σε κλίμα συμφιλίωσης.

Κατάργηση της μαντίλας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εν μέσω αντιδράσεων για την αναθεώρηση του συντάγματος, ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στις 19 Σεπτεμβρίου 2007 σε συνέντευξή του στους Financial Times ξεκαθάρισε ότι θα προχωρήσει στην άρση της απαγόρευσης της μαντίλας στα πανεπιστήμια σεβόμενος τα ανθρώπινα δικαιώματα. Ως επιχείρημα παρουσίασε και τις άλλες χώρες της Ευρώπης (π.χ. Γαλλία) που επέτρεπαν την θρησκευτική έκφραση στα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα της χώρας τους.[6] Η εμμονή του Ερντογάν στο ζήτημα αυτό τον οδήγησε βέβαια σε σύγκρουση με τους στρατιωτικούς, οι οποίοι είχαν ξεκαθαρίσει με την σειρά τους ότι δεν θα επέτρεπαν αλλοίωση του κοσμικού χαρακτήρα του τουρκικού κράτους. Το ζήτημα της μαντήλας και για τις δύο παρατάξεις είναι πολύ σημαντικό καθώς θεωρείται ότι είναι το βασικό σημείο διαχωρισμού κράτους - θρησκείας. Την στήριξη του στις κινήσεις Ερντογάν, όσον αφορά την μαντήλα, έσπευσε να δηλώσει το Κόμμα Εθνικιστικής Δράσης διευκολύνοντας έτσι την ψήφιση της συγκεκριμένης τροπολογίας στην εθνοσυνέλευση. Η στρατιωτική ηγεσία παράλληλα μέσω του αρχηγού της, Γιασάρ Μπουγιούκανιτ, διαμήνυσε ότι καμία δύναμη δεν μπορεί να αλλάξει το κοσμικό σύστημα της Τουρκίας αφήνοντας βέβαια σαφείς υπόνοιες για τις κινήσεις του Ερντογάν και βέβαια προειδοποιώντας τον εμμέσως ότι δεν θα ανεχθούν κάτι τέτοιο.[7] Στην πρόθεση της κυβέρνησης για την κατάργηση της απαγόρευσης της μαντήλας εναντιώθηκαν επίσης και αρκετοί δικαστικοί, πανεπιστημιακοί αλλά και βιομήχανοι μέσω του συνδέσμου Βιομηχάνων και Επιχειρηματικών της Τουρκίας.
Λίγες μέρες πριν την κατάθεση προς ψήφιση της επίμαχης τροπολογίας στην τουρκική εθνοσυνέλευση εκατό χιλιάδες άτομα συγκεντρώθηκαν σε κεντρικό σημείο της Άγκυρας προκειμένου να διαμαρτυρηθούν για την άρση της απαγόρευσης της μαντήλας. Στις 7 Φεβρουαρίου 2008 έγινε τελικά η πρώτη ψηφοφορία για τη συνταγματική αναθεώρηση, η οποία περιλαμβάνει και την αναθεώρηση του νόμου περί μαντήλας. Υπέρ της άρσης της απαγόρευσης της μαντήλας στα πανεπιστήμια ψήφισαν 397 ενώ 112 κατά. Δύο μέρες αργότερα επικυρώθηκε από την τουρκική εθνοσυνέλευση η συνταγματική αναθεώρηση. Μετά την ψήφιση του σχετικού νόμου πολλά πανεπιστήμια αρνήθηκαν να υπακούσουν διατηρώντας την απαγόρευση της μαντήλας.
Η αξιωματική αντιπολίτευση, ήτοι το Ρεμπουμπλικανικό Λαϊκό Κόμμα, προσέφυγε αμέσως στο ανώτατο συνταγματικό δικαστήριο προκειμένου να αποφανθεί περί της νομιμότητας της συνταγματικής αναθεώρησης. Στις 5 Ιουνίου το ανώτατο συνταγματικό δικαστήριο αποφάσισε ότι η συνταγματική αναθεώρηση παραβίασε τον κοσμικό χαρακτήρα του κράτους και ως εκ τούτου την έκρινε άκυρη. Η απόφαση μάλιστα είχε το ιδιότυπο ότι απαγόρευε οποιαδήποτε μελλοντική συνταγματική αλλαγή παρομοίου χαρακτήρα περιορίζοντας έτσι τις αρμοδιότητες της εθνοσυνέλευσης. Κατά της δικαστικής απόφασης τάχθηκε μεγάλο μέρος του τουρκικού λαού που πραγματοποίησε διαδηλώσεις για να διαμαρτυρηθεί. Η απόφαση αυτή είχε ιδιαίτερο βάρος καθώς παράλληλα είχε ανακύψει θέμα νομιμότητας του ΑΚΡ (βλ. παρακάτω). Ο Ερντογάν μετά από αυτή την αρνητική εξέλιξη με δηλώσεις του έκρινε αναρμόδιο το ανώτατο συνταγματικό δικαστήριο καθώς η νομοθετική εξουσία ανήκει αποκλειστικά στην εθνοσυνέλευση ενώ κυβερνητικοί βουλευτές δήλωσαν ότι οι δικαστές υπερέβησαν τις αρμοδιότητές τους.

Πολιτική κρίση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εν αναμονή της απόφασης του ανώτατου συνταγματικού δικαστηρίου για την νομιμότητα ή μη της συνταγματικής αναθεώρησης ο εισαγγελέας του Ανώτατου Ακυρωτικού Δικαστηρίου Αμπντουραχμάν Γιαλτσινκαγιά ζήτησε από το συνταγματικό δικαστήριο την απαγόρευση του κυβερνώντος κόμματος ΑΚΡ καθώς και τη στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων για πέντε χρόνια 71 ατόμων μεταξύ των οποίων του Ερντογάν, του Γκιούλ κ.α. Στην αίτηση απαγόρευσης ανέφερε ότι το ΑΚΡ επιδίδεται σε κινήσεις που αντιβαίνουν τον κοσμικό χαρακτήρα του τουρκικού κράτους και ως εκ τούτου αποτελεί κίνδυνο για τη χώρα. Η αρνητική αυτή εξέλιξη εκτός από το εσωτερικό πολιτικό σκηνικό σαφώς επηρέασε και την ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας. Δεν είναι η πρώτη φορά που συμβαίνει κάτι τέτοιο καθώς και το 1997 το συνταγματικό δικαστήριο είχε κηρύξει παράνομο το κυβερνών κόμμα του Νετζμετίν Ερμπακάν προκαλώντας την παραίτηση της κυβέρνησης.[i]
Στις 31 Μαρτίου 2008 το συνταγματικό δικαστήριο έκανε γνωστό ότι αποφάσισε ομόφωνα να εξετάσει την αίτηση απαγόρευσης του ΑΚΡ και στέρησης πολιτικών δικαιωμάτων 71 ατόμων. Η σύγκρουση δικαστών - κυβέρνηση κορυφώθηκε τον Μάιο, όταν και με ανακοίνωσή του το ανώτατο συνταγματικό δικαστήριο άφησε σαφείς αιχμές προς την κυβέρνηση ότι προσπαθεί με πιέσεις να παρέμβει στο έργο της δικαιοσύνης. Η κυβέρνηση το διέψευσε και κατηγόρησε με τη σειρά της τους δικαστές για προσπάθεια χειραγώγησης της δημοκρατίας. Ο πρόεδρος Γκιούλ με δηλώσεις του τόνισε ότι η πολιτική κρίση θα μπορούσε να προκαλέσει μη αναστρέψιμη ζημιά στα στρατηγικά συμφέροντα και στους στόχους της Τουρκίας συστήνοντας σύνεση και στις δύο πλευρές. Στις 16 Ιουλίου ο εισηγητής του τουρκικού Ανώτατου Δικαστηρίου κατέθεσε την έκθεσή του σχετικά με το αν θα έπρεπε ή όχι να απαγορευθεί το ΑΚΡ. Η εισήγηση ήταν αρνητική, γεγονός που δημιούργησε αισιοδοξία στην κυβέρνηση. Παρ´όλα αυτά η εισήγηση δεν είναι δεσμευτική για το δικαστήριο και κάλλιστα θα μπορούσε να μην την λάβει υπόψιν.
Η τελική ετυμηγορία αποφασίστηκε να εκδοθεί στις αρχές Αυγούστου.

Εργκενέκον και βομβιστικές επιθέσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παράλληλα με όλες αυτές τις εξελίξεις, ένα ακόμα περιστατικό έμελε να διαταράξει τις ήδη τεταμένες σχέσεις κεμαλιστών - ισλαμιστών. Την 1η Ιουλίου η αστυνομία συνέλαβε αιφνιδιαστικά περί τα 27 άτομα, μεταξύ των οποίων οι Χουρσίτ Τολόν, πρώην διοικητής της 1ης Στρατιάς και στρατηγός ε.α., Σενέρ Έρουϊγκουρ, πρώην αρχηγός της Χωροφυλακής και στρατηγός ε.α., Σινάν Αϊγκιούν, πρόεδρος του εμπορικού επιμελητηρίου της Αγκυρας καθώς και κάποιοι δημοσιογράφοι. Παράλληλα έρευνες πραγματοποιήθηκαν στα σπίτια των συλληφθέντων. Η σύλληψη δύο στρατιωτικών, του Χουρσίτ Τολόν και του Σενέρ Έρουϊγκουρ, προκάλεσε αίσθηση καθώς για πρώτη φορά συλλαμβάνονταν δύο τόσο υψηλόβαθμοι στρατιωτικοί. Η κίνηση αυτή θεωρήθηκε προσπάθεια της κυβέρνησης Ερντογάν να αντεπιτεθεί στους στρατιωτικούς. Ο Ιλκέρ Μπασμπούγ πάντως με δηλώσεις την επομένη εξέφρασε ανησυχίες για την πολιτική κατάσταση λέγοντας χαρακτηριστικά ότι η Τουρκία περνά δύσκολες ημέρες.
Οι συλλήψεις συνεχίστηκαν ενώ το κατηγορητήριο κατατέθηκε στις 14 Ιουλίου 2008. Οι κατηγορούμενοι αντιμετώπιζαν κατηγορίες για σύσταση ένοπλης τρομοκρατικής οργάνωσης (Εργκένεκον) με σκοπό την πτώση της κυβέρνησης και την πρόκληση χάους. Ανάμεσα στους στόχους της ήταν και η δολοφονία του Οικουμενικού Πατριάρχη έτσι ώστε να προκληθεί κρίση λόγω των διεθνών αντιδράσεων και να κατηγορηθούν οι ισλαμιστές, η τοποθέτηση εκρηκτικών μηχανισμών κ.α. Σκοπός ήταν να προκληθεί χάος προκειμένου ο στρατός να βρει αφορμή να κατηγορήσει τους ισλαμιστές και τελικώς να επέμβει. Στις 23 Ιουλίου πραγματοποιήθηκαν και νέες συλλήψεις για την ίδια υπόθεση.
Και ενώ οι αποκαλύψεις για το σκάνδαλο Εργκενέκον συνεχίζονταν, στην Κωνσταντινούπολη στις 27 Ιουλίου σημειώθηκε διπλή βομβιστική επίθεση που είχε ως αποτέλεσμα να παρασύρει 17 άτομα στον θάνατο και να τραυματίσει 154. Το γεγονός ότι η τρομοκρατική αυτή επίθεση συνέβη λίγο πριν την ανακοίνωση της τελικής ετυμηγορίας των δικαστών δημιούργησε υποψίες σχετικά με τα κίνητρα των δραστών. Η κυβέρνηση πάντως κατηγόρησε το κουρδικό κόμμα PKK για την επίθεση παρόλο που το ίδιο αρνήθηκε να αναλάβει την ενέργεια. Γεγονός είναι πάντως ότι τα ξένα μέσα στάθηκαν αρκετά επιφυλακτικά ως προς το ποιος πραγματοποίησε την βομβιστική επίθεση μη θέλοντας να αποδεχθούν τον ισχυρισμό της τουρκικής κυβέρνησης.

Απόφαση δικαστηρίου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 31 Ιουλίου, αργά το βράδυ, ανακοινώθηκε τελικά η ετυμηγορία του ανώτατου συνταγματικού δικαστηρίου σχετικά με την προσφυγή του ανωτάτου δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία ζητούσε την απαγόρευση του κυβερνώντος κόμματος ΑΚΡ καθώς και την στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων 71 πολιτικών. Το ανώτατο δικαστήριο αποφάσιζε την επιβολή οικονομικών κυρώσεων στο ΑΚΡ καθώς δεν κρίθηκε ότι οι κινήσεις του ΑΚΡ αποσκοπούν στην υπονόμευση του κοσμικού κράτους. Σύμφωνα με την απόφαση επιβλήθηκε στο ΑΚΡ χρηματικό πρόστιμο ενώ αποφασίστηκε και η μείωση κατά 50% της κρατικής επιχορήγησης, που ανέρχεται στα 47 εκατομμύρια λίρες ετησίως.
Οι δικαστές ψήφισαν 6 υπέρ και 5 υπέρ[ασαφές] της απαγόρευσης του ΑΚΡ. Για να γίνει όμως κάτι τέτοιο απαιτούνταν 7 ψήφοι με αποτέλεσμα να καταλήξουν στην δεύτερη εναλλακτική, δηλαδή στην επιβολή οικονομικών κυρώσεων, πρόταση που ψήφισαν τέσσερις. Ένας μόνο υποστήριξε την μη απαγόρευση του ΑΚΡ καθώς και την μη επιβολή χρηματικού προστίμου. Η ετυμηγορία των δικαστών ανακούφισε μεγάλο μέρος του λαού και έδωσε επιτέλους τέλος στο πολιτικό αδιέξοδο και την αβεβαιότητα που ταλάνιζε την Τουρκία τον τελευταίο χρόνο. Εμφανώς ευχαριστημένος παρουσιάστηκε αμέσως μετά την ανακοίνωση της απόφασης ο υπουργός εργασίας Φαρούν Τσελίκ που έκανε λόγο για νίκη της δημοκρατίας. Παρ´όλη την θετική εξέλιξη το δικαστήριο στο σκεπτικό του, το οποίο παρουσίασε ο πρόεδρος του δικαστηρίου, μίλησε για "σοβαρή προειδοποίηση" προς τα μέλη του ΑΚΡ που θα πρέπει να συμμορφωθούν άμεσα με τις όποιες υποδείξεις.

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

i. ^  Ο Ερμπακάν ήταν ο πρώτος ισλαμιστής πρωθυπουργός, γεγονός που προκάλεσε και την πρώτη σοβαρή σύγκρουση μεταξύ κεμαλιστών - ισλαμιστών. Στις 5 Μαρτίου του 1997 υποχρεώθηκε από το Εθνικό Συμβούλιο Ασφαλείας της Τουρκίας να υπογράψει τελεσίγραφο με το οποίο απαιτούσε την πάταξη του φανατικού ισλαμισμού ενώ δέκα μήνες αργότερα το κόμμα του τέθηκε εκτός νόμου ενώ σε αυτόν και σε άλλους τέσσερις στερήθηκαν για τα επόμενα πέντε χρόνια τα πολιτικά τους δικαιώματα. Η απόφαση του δικαστηρίου, πρόεδρος του οποίου ήταν ο Αχμέτ Νετζντέτ Σεζέρ, θεωρήθηκε ως μεταμοντέρνο στρατιωτικό πραξικόπημα αφού ο στρατός έχοντας υπό τον έλεγχό της την δικαιοσύνη εξανάγκασε σε παραίτηση την κυβέρνηση χωρίς να χρησιμοποιήσει τρομοκρατία με τανκ κ.λπ.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]