Translate on my blog

Παρασκευή, 6 Νοεμβρίου 2015

Νοεμβριανή Επανάσταση

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
(Ανακατεύθυνση από Νοεμβριανή επανάσταση)
Ο όρος Νοεμβριανή Επανάσταση[1] αναφέρεται στην επανάσταση που ξέσπασε στην Γερμανία στις 4 Νοεμβρίου 1918 κατά της Βασιλείας. Αφορμή για την έναρξη της επανάστασης ήταν η ήττα της Γερμανίας στον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο και η εξαθλιωμένη κοινωνική θέση που βρέθηκε η εργατική και μικροαστική τάξη. Στις 3 Νοεμβρίου μια ημέρα πριν, ναύτες ύψωσαν την κόκκινη σημαία, στο πλευρό τους προσχώρησε και η φρουρά της πόλης με αποτέλεσμα την 4η Νοεμβρίου να γίνουν οι κύριοι της κατάστασης. Οι εργάτες και οι Σπαρτακιστές ενώθηκαν με τους επαναστάτες συγκροτώντας ένα ηγετικό μεικτό συμβούλιο για της αποφάσεις που θα λαμβάνονταν, κηρύχθηκε γενική απεργία και η επανάσταση διαδόθηκε γρήγορα σε άλλες μεγάλες πόλεις όπως στο Αννόβερο, στη Βρέμη και εξαπλώθηκε σε όλη την Γερμανία. Το Βερολίνο αντέδρασε κηρύσσοντας στρατιωτικό νόμο προκειμένου να εμποδίσει την επανάσταση. Το Σοσιαλδημοκρατικό κόμμα έστειλε τελεσίγραφο με το οποίο ζητούσε την παραίτηση του Κάιζερ και το σχηματισμό κυβέρνησης αναγκάζοντας τους να παραιτηθούν και να καταφύγουν στην Ολλανδία. Τότε ανακηρύχθηκε στην Γερμανία σοσιαλιστική δημοκρατία η οποία προκήρυξε εκλογές στις 19 Ιανουαρίου 1919. Τα Χριστούγεννα όμως του 1918 ξέσπασαν αιματηρές συγκρούσεις και κάποιοι ανεξάρτητοι βουλευτές παραιτήθηκαν και αντικαταστάθηκαν από συντηρητικούς, κλείνοντας τον κύκλο αίματος ακολουθούμενο από την Επανάσταση των Σπαρτακιστών τον Ιανουάριο του 1919.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Άλμα πάνω Εγκυκλοπαίδεια Υδρόγειος, Εκδόσεις Δομική, σελ. 120
Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα

Σαρ-έ Πολ (περιοχή)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Γεωγραφική θέση περιοχής Σαρ-έ Πολ.
Με το όνομα Σαρ-έ Πολ, ή Σαρ-ί Πουλ, φέρεται μία από τις 34 διοικητικές περιφέρειες (νομούς) του Αφγανιστάν.
Βρίσκεται στο κεντρικό βορειο τμήμα της Χώρας. Η έκτασή της φθάνει, περίπου, τα 16.000 τ.χλμ, και ο πληθυσμός της, τους 470.000 κατοίκους. Περιλαμβάνει 7 επαρχίες. Επικρατούσα γλώσσα στη περιοχή είναι η περσική (φαρσί) και η ουζμπεκική.
Πρωτεύουσα του νομού είναι η ομώνυμη Σαρ-έ Πολ, της ομώνυμης επαρχίας.

Επαρχίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι 7 υπαγόμενες επαρχίες στο νομό Σαρ-έ Πολ, κατ΄ αλφαβητική σειρά, είναι: η Γκοσφαντί, μετά τον διαχωρισμό της από την Σαγιάτ το 2006, η Κοχιστάνατ, η Μπαλχάμπ, η Σαγιάτ, η Σανχαράκ, η Σαρί Πολ, όπου και η ομώνυμη πρωτεύουσα του νομού, και η Σόζμα Κάλα.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • «Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Λαρούς Μπριτάννικα» τ.12ος, σ.377

Γκαζνί

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Η Γκαζνί περί το 1840.
Η Γκαζνί, ή Γκάζνι, ή Γκάζνα ή Γάζνα, είναι μία ιστορική πόλη του Αφγανιστάν. Είναι η πρωτεύουσα του ομώνυμου νομούΓκαζνί, κτισμένη σε υψόμετρο 2.220 μ., σε κεντρικό οροπέδιο της χώρας και σε απόσταση 100 χλμ. ΝΔ. της πρωτεύουσαςΚαμπούλ, κοντά στις πηγές του ποταμού Καμπούλ.
Το 2006, ο πληθυσμός της, πολυπολιτισμικός και πολυεθνής, αριθμούσε περί τους 141.000 κατοίκους. Εξ αυτών περισσότεροι από τους μισούς είναι Τατζίκοι, ένα ποσοστό 20% είναι Παστούν, ένα 15% Χάζαροι και το υπόλοιπο 5% Ινδουϊστές.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Γκαζνί είναι αρχαία ιστορική πόλη που έπαιξε σημαντικό ρόλο στην ιστορία του Αφγανιστάν. Την αναφέρει πρώτος ο Κλαύδιος Πτολεμαίος ως "Κούαζνα" (περσική πόλη). Αργότερα, κατά τον 6ο αιώνα (μ.Χ.), αποτέλεσε σπουδαίο βουδιστικό κέντρο. Το 683κατελήφθη από τους Άραβες οπότε και άρχισε ν΄ αναπτύσσεται ως μουσουλμανικό κέντρο. Από την πόλη αυτή αναδείχθηκε η μουσουλμανική δυναστεία των Γκαζναβιδών, η οποία και στόλισε την πόλη με πλούσια κτήρια. Το 1151 η πόλη λεηλατήθηκε από τη δυναστεία των Γκουρίδων, που παρά ταύτα την επέλεξαν για πρωτεύουσά τους. Το 1221 η πόλη καταλήφθηκε από τουςΜογγόλους του Τζένγκις Χαν, οι οποίοι και την κατέστρεψαν.
Στους νεότερους χρόνους, κατά τη διάρκεια του Α΄ Αγγλο-Αφγανικού πολέμου, στις 23 Ιουλίου του 1839 ο γύρω χώρος αποτέλεσε πεδίο της ιστορικής μάχης της Γκαζνί. Κατά τον τελευταίο Αφγανικό εμφύλιο πόλεμο στη δεκαετία του 1990, μεταξύ των Ταλιμπάν και των δυνάμεων σωτηρίας, όπως αποκαλούνταν οι δυτικές στρατιωτικές δυνάμεις επέμβασης, πολλά μνημεία της πόλης κινδύνεψαν να καταστραφούν.
Πολυάριθμα είναι σήμερα τα ερείπια, οι μιναρέδες και οι σπουδαίοι ιστορικοί τάφοι στη γύρω περιοχή, που μαρτυρούν την παλιά ευημερία και δόξα της πόλης, η οποία συνεχίζει και σήμερα ν΄ αποτελεί στρατηγικό και θρησκευτικό κέντρο.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια Δρανδάκη τομ. Η', σελ.391
  • Αγγλική Βικιπαίδεια.

Χεράτ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Η Χεράτ το 2009
Η Χεράτ ή Χαράτ (τα αρχαία Αρτακόανα ή Αρτίκαυδνα) είναι η σημαντικότερη πόλη στο βορειοδυτικό Αφγανιστάνπρωτεύουσα της ομώνυμης επαρχίας, του ομώνυμου νομού Χεράτ.
Η Χεράτ είναι παραποτάμια πόλη που βρίσκεται στη κοιλάδα του Χαρίρουντ ποταμού, που ρέει από τα όρη του κεντρικού Αφγανιστάν προς το Τουρκμενιστάν. Η Χεράτ είναι η δεύτερη σε πληθυσμό πόλη του Αφγανιστάν μετά την Καμπούλ. Κατ΄ εκτίμηση το 1988 αριθμούσε περί τους 177.000 κατοίκους, ενώ το 2006 αριθμούσε ομοίως περί τους 350.000. Το μεγαλύτερο ποσοστό των κατοίκων κατάγεται από την οικογένεια των ιρανικών λαών (η μεγάλη πλειονότητα Παστούν και οι υπόλοιποι Τατζίκοι). Επικρατούσα γλώσσα είναι η περσική φαρσί.
Στη Χεράτ υφίσταται ένα από τα σημαντικότερα πανεπιστήμια του Αφγανιστάν καθώς και διεθνές αεροδρόμιο. Επίσης στην πόλη αυτή αναπτύχθηκε η φημισμένη ομώνυμη Σχολή Χεράτ που αφορά τεχνοτροπία της ισλαμικής ζωγραφικής και ειδικότερα της μικροτεχνίας, της οποίας κυρίαρχη μορφή υπήρξε ο Μπεχζάντ.
  • Σημειώνεται ότι στην πόλη αυτή σήμερα στρατοπεδεύει μια μεγάλη δύναμη του ΝΑΤΟ προς υποστήριξη της κυβέρνησης.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πόλεις που ιδρύθηκαν από τονΜέγα Αλέξανδρο
Εκ του γεγονότος ότι η πόλη αυτή βρίσκεται ακριβώς πάνω στον αρχαίο δρόμο της Μέσης Ανατολής προς το Πακιστάν, την Κίνα και τηνΙνδία, η ιστορία της είναι μεγάλη. Ακόμη και οι σημερινοί δρόμοι που συνδέουν τη Χεράτ με το Ιράν, το Τουρκμενιστάν και τις άλλες μεγάλες πόλεις του Αφγανιστάν εξακολουθούν να θεωρούνται στρατηγικής σημασίας.
Το πότε ακριβώς κτίσθηκε η πόλη δεν είναι γνωστό. Από την περίοδο των Μήδων, (6ος αιώνας π.Χ.), η όλη περιοχή λεγόταν Αρία και αποτελούσε σημαντικό τμήμα της αυτοκρατορίας τους. Επί βασιλείας των Αχαιμενιδών (550 - 350 π.Χ.) η περιοχή λεγόταν στα αρχαία περσικά Χαράιβα ή Χερέιβα, ενώ στην ελληνική κλασσική περίοδο αποτελούσε σατραπεία της Αρείας. Στην Ζωροάστρια αβέστα αναφέρεται ως Χαρόιβα ή Χαροΐβα.
Ο Ηρόδοτος φέρεται ν΄ αποκαλούσε τη Χεράτ "αρτοκάλαθο της Ασίας". Την ίδρυσε ο Μεγάλο Αλέξανδρο το 330 π.Χ., όταν επιστρέφοντας τάχιστα από τη Βακτριανή επιτέθηκε στον σατράπη Σατιβαρζάνη και τον έτρεψε σε φυγή. Ο τελευταίος άφησε την έδρα του Αρτακόανα στο έλεος των Ελλήνων. Τότε ο Έλληνας βασιλιάς έκτισε δίπλα στην παλαιά περσική έδρα τη νέα του πόλη Αλεξάνδρεια (Αλεξάνδρεια Αρείας), πάνω στον ποταμό Ώχο ή Άρειο, στο καταλληλότερο σημείο τής εκεί σχηματιζομένης κοιλάδας. Τότε κτίσθηκε και η ακρόπολή της. Yπάρχει ακόμη και σήμερα η ακρόπολη του Μεγάλου Αλεξάνδρου (Qala Iktyaruddin) με πολλές τροποποιήσεις. Αργότερα η πόλη περιήλθε στην εξουσία του Σελεύκου που την επανίδρυσε με το νέο της όνομα Αντιόχεια. Νέοι Έλληνες άποικοι εγκαταστάθηκαν στην Αρεία. Αργότερα κατά το 209 π.Χ. η σελευκιδική στρατιά του Αντιόχου Γ΄ συνέτριψε σε μάχη κοντά στην πόλη τον στρατό του Ευθυδήμου. Στην συνέχεια οι Πάρθοι απέσπασαν την πόλη από τους Σελευκίδες το 167 π.Χ. Κατόπιν αποτέλεσε τμήμα της αυτοκρατορίας των Σελευκιδών και το 167 π.Χ. κατέληξε τμήμα του Βασιλείου των Πάρθων.
Το ιερό τέμενος της Χεράτ
Περί τον 7ο αιώνα η περιοχή καταλήφθηκε από τους Άραβες οπότε και άρχισε ο εξισλαμισμός της περιοχής. Το 1040 καταλήφθηκε από τους Σελτζούκους Τούρκους. Το 1221 ακολούθησαν οι Μογγόλοι για να καταλήξει τελικά στους Πέρσες. Μετά από σειρά πολέμων μεταξύ Αφγανών (Παστούν), Περσών και Τατζίκων, από το 1800 και μετά, πέρασε τελικά στο Βασίλειο του Αφγανιστάν.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • "Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Λαρούς Μπριτάννικα" τ.61ος, σ.70
  • Ιστορικά θέματα τεύχος 2