Translate on my blog

Κυριακή, 26 Ιουλίου 2015

Μουσουλμανική κατάκτηση της Ιβηρικής χερσονήσου

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Ισπανία
Έμβλημα της Ισπανίας
Με τον όρο Μουσουλμανική κατάκτηση της Ιβηρικής[1] είναι γνωστή η κατάλυση του Βησιγοτθικού Βασιλείου από μουσουλμανική στρατεύματα Αράβων και Βερβέρων του Χαλιφάτου των Ομεϋαδών μεταξύ 711 και 724. Η κατάκτηση οδήγησε στην εδραίωση της μουσουλμανικής παρουσίας στην Ιβηρική, το μουσουλμανικό κομμάτι της οποίας είναι γνωστό ως Αλ-Άνταλους. Αντίστοιχα, στο βορρά, η σταδιακή διαμόρφωση δύο χριστιανικών πυρήνων στα Κανταβρικά όρη (του Βασιλείου των Αστουριών) και στα ανατολικά Πυρηναία (των καταλανικών κομητειών) οδήγησε στην διαδικασία της λεγόμενης Χριστιανικής Ανακατάκτησης της Ιβηρικής. Οι Βαλεαρίδες Νήσοι, υπόβυζαντινό έλεγχο, πέρασαν κάτω από μουσουλμανικό έλεγχο κατά τον 10ο αιώνα και γι' αυτό δεν συμπεριλαμβάνονται στο άρθρο αυτό.
Η μουσουλμανική κατάκτηση της Ιβηρικής χερσονήσου θεωρείται ένα σημαντικό γεγονός της ιστορίας της Ισπανίας και της Πορτογαλίας. Η διοικητική ενότητα της Ιβηρικής που είχε επιτευχθεί κάτω από το ιδιαίτερα συγκεντρωτικό Βησιγοτθικό Βασίλειο, που είχε φτάσει να διαμορφώσει μια ξεκάθαρη γοτθική ταυτότητα για τις ελίτ[2], διασπάστηκε σε τρεις ουσιαστικά διακριτούς κόσμους, που αν και ποτέ δεν έπαψαν να επικοινωνούν, διέφεραν αισθητά πολιτισμικά, πολιτικά και οικονομικά. Ωστόσο, παρά την δραματικότητα με την οποία συνήθως παρουσιάζεται, η κατάκτηση θα μπορούσε να θεωρηθεί «καταστροφή» αποκλειστικά από την πλευρά της βησιγοτθικής ελίτ, που ήταν το κύριο θύμα της.[3]
Όσον αφορά τα πληθυσμιακά δεδομένα, είναι ευρέως αποδεκτή η θέση ότι κατά τη διάρκεια της κατάκτησης και κατά τους πρώτους δύο αιώνες της μουσουλμανικής παρουσίας στην Ιβηρική, υπήρξαν μόνο δύο κύματα μετεγκατάστασης βερβερικών πληθυσμών, που σε καμία περίπτωση δεν άλλαξαν την εθνοτική σύσταση του ντόπιου πληθυσμού.[4]

Ιστορικό υπόβαθρο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το κύμα του αραβικού επεκτατισμού έφτασε στο σημερινό Μαγκρέμπ το 669. Η κατάκτηση της βυζαντινής επαρχίας της Αφρικής διήρκησε τριάντα χρόνια. Σημαντικό ρόλο στην καθυστέρηση αυτή έπαιξαν οι πολυάριθμες εξεγέρσεις των Βερβέρων και η σθεναρή άμυνα των οχυρωμένων βυζαντινών πόλεων: οι μεν υποτάχθηκαν μερικώς με την κατάκτηση της χερσονήσου της Ταγγέρης ενώ οι δε είδαν να χάνουν την πρωτεύουσα της επαρχίας, Καρχηδόνα, το 697. Μετά την ολοκληρωτική καταστροφή της πόλης, ως νέα πρωτεύουσα ορίστηκε το Καϊρουάν. Σημειωτέον είναι ότι τα περισσότερα μουσουλμανικά στρατεύματα προήλθαν από τις πρόσφατα κατεκτημένες περιοχές της σημερινής Τυνησίας και της Ταγγέρης· η επέκταση στο εσωτερικό του Μαρόκου και της Αλγερίας θα αργούσε έναν αιώνα ακόμα.[5]
Οι Εβραίοι του Βησιγοτθικού Βασιλείου υποστήριξαν την μουσουλμανική κατάκτηση. Η πλειοψηφία είχαν προσηλυτιστεί με τη βία στο χριστιανισμό· οι υπόλοιποι υπέφεραν λόγω της μη ευνοϊκής γι'αυτούς βησιγοτθικής νομοθεσίας. Τους ήταν γνωστό ότι κάτω από τη μουσουλμανική εξουσία θα απολάμβαναν μεγαλύτερες ελευθερίες και ισοτιμία με τους χριστιανούς.
Το αραβικό σχέδιο για κατάκτηση της Ιβηρικής είχε γίνει φανερό και από τις πρώτες αναγνωριστικές επιθέσεις στην μεσογειακή ακτή το 687 κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Ερβίγιου. Μετά την κατάκτηση της Θέουτα το 710 ο Ταρίφ μπεν Μαλούκ αποβιβάστηκε στην Ταρίφα ηγέτης ενός στρατεύματος 400 αντρών με σκοπό την χαρτογράφηση του χώρου.[6] Φαίνεται επίσης ότι είχαν ξεκινήσει διπλωματικές επαφές με τους αντιπάλους του γότθου βασιλιά Ροδερίχου.
Τα τέλη του 710, ο Ροδερίχος, δούκας της Βαιτικής, ανακηρύχθηκε βασιλιάς αφότου έριξε από τον θρόνο τον Βιτίθα.[7] Εν τούτοις, ένα μέρος της γοτθικής ελίτ υποστήριξε τον Άγιλα Β΄, δούκα της Ταρρακωνικής, ο οποίος εγκαθίδρυσε ένα ανεξάρτητο κράτος στην βορειοανατολική επικράτεια του βασιλείου.[8] Δεν είναι γνωστό αν αυτή η δυϊαρχία είναι ένδειξη εμφύλιας διαμάχης ή μιας συνεννοημένης συμβασιλείας, όπως είχε συμβεί πολλάκις στο παρελθόν. Το βασίλειο ωστόσο αναμφισβήτητα βρισκόταν διαιρεμένο.
Αυτή η ισχυρή πολιτική αντιπαλότητα μεταξύ δύο μεγάλων γοτθικών οικογενειών που μάχονταν για πολλές δεκαετίες για τον θρόνο υπήρξε μάλλον, μαζί με την δημογραφική κρίση των τελών του 7ου αιώνα, κατά την οποία έχασε γύρω στο ένα τρίτο του πληθυσμού του, η κύρια αιτία κατάρρευσής του.

Εξέλιξη της κατάκτησης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ταρίκ ιμπν Ζιγιάντ, τοποτηρητής του κυβερνήτη της Ιφρικίγια, Μούσα ιμπν Νουσαΐρ, αποβιβάστηκε στις αρχές του 711 στον κόλπο του Αλχεθίρας. Επικεφαλής ενός στρατού της τάξης των 2.500[9] που κυριαρχείτο από Βερβέρους, εγκατέστησε τη βάση του στο Γιβραλτάρ. Από εκεί ξεκίνησε τη λαφυραγώγηση της Κοιλάδας του Γουαδαλκιβίρεκμεταλευόμενος την απουσία του κόμη της Βαιτικής, που συμμετείχε σε μια εκστρατεία του Ροδερίχου εναντίον των Βασκόνων στον βορρά.[6]

Η Μάχη του Γουαδαλέτε[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αρχικά η παρουσία των μουσουλμάνων δεν ανησύχησε ιδιαίτερα τους Βησιγότθους. Όταν όμως ο γότθος μονάρχης αντιλήφθηκε ότι ο Ταρίκ δεν υποχωρούσε στην Αφρική, όπως συνέβαινε συνήθως, άφησε ανολοκλήρωτη την πολιορκία της Πανπλόνα που μάλλον βρισκόταν στα χέρια των υποστηρικτών του Άγιλα Β΄, και οδήγησε τα στρατεύματά του στο νότο.
Στα τέλη του Ιουλίου του 711, στη μάχη του ποταμού Γουαδαλέτε, ο Ροδερίχος υπέστη βαριά ήττα από τον Ταρίκ. Ο ίδιος πέθανε, μαζί με μεγάλο μέρος της γοτθικής αριστοκρατίας.[6] Ο στρατός του δεν ήταν σε καμία περίπτωση πολυάριθμος[10] και είναι πολύ πιθανόν μάλιστα μερικοί από τους ευγενείς του να τέθηκαν με το μέρος των μουσουλμάνων. Η σχετική απειρία των γότθων στον πόλεμο σίγουρα δεν βοήθησε στην αντιμετώπιση ενός εμπειροπόλεμου στρατεύματος, όσο μικρό κι αν ήταν.[11] Τα λάφυρα από τη μάχη πρέπει να ήταν επίσης πολύτιμα, καθώς οι γότθοι συνήθιζαν να αντιγράφουν την χλιδή των βυζαντινών αυτοκρατόρων σε κάθε τους μετακίνηση.
Ως νέος βασιλιάς ορίστηκε προσωρινά ο Όππα, που ωστόσο δεν έγινε δεκτός από την πλειοψηφία των εναπομείναντων ευγενών ούτε και από τον Άγιλα Β΄. Με την εδραίωση ενός μουσουλμανικού προμαχώματος στο νότο από τον Ταρίκ, ο κυβερνήτης της Ιφρικίγια, Μούσα ιμπν Νουσαΐρ, αποβιβάστηκε στο Κάδιθ με 18.000 άντρες. Η Σεβίλλη, παρότι αντιστάθηκε ένα μήνα στην πολιορκία του, έγινε η πρώτη μεγάλη πόλη που έπεσε στα χέρια των εισβολέων.
Μουσουλμάνοι πολεμιστές, όπως απεικονίζονται σε μουσουλμανικό χειρόγραφο του 11ου αιώνα.
Με βάση τη Σεβίλλη, δύο ανεξάρτητοι στρατοί ξεκίνησαν την κατάκτηση του υπόλοιπου νότου. Ο πρώτος κατευθύνθηκε προς τηνΚόρδοβα, πρωτεύουσα της επαρχίας της Βαιτικής, και ο δεύτερος προς τη Μέριδα, πρωτεύουσα της Λουσιτανίας. Στόχος ήταν η παράλυση των πρωτευουσών, που λειτουργούσαν ως κέντρα συντονισμού και συγκέντρωσης των βησιγοτθικών στρατευμάτων. Επομένως φυσιολογικά το Τολέδο, η έδρα της βησιγοτθικής αυλής και μοναδικό σημείο συγκέντρωσης της βησιγοτθικής ελίτ για την εκλογή του μονάρχη, αποτέλεσε εξαρχής το βασικό στόχο του Μούσα. Στην ταχεία μεταφορά των στρατευμάτων του συνέβαλαν οι ακόμα λειτουργικές ρωμαϊκές οδοί.
Ο Ταρίκ ακολούθησε τη ροή του ποταμού Γουαδαλκιβίρ και νίκησε εκ νέου τα απομεινάρια του βησιγοτθικού στρατού στην Έθιχα, που τους παραδόθηκε. Την Κόρδοβα την κατέλαβε δια αιφνιδιασμού και δολοφόνησε όλους τους κατοίκους της ενώ οι λοιπές πόλεις τηςΑνδαλουσίας του παραδόθηκαν δίχως αντίσταση.
Στα δυτικά, ο Μούσα πολιόρκησε τη Μέριδα που αντιστάθηκε σθεναρά και τον ανάγκασε να την προσπεράσει και να συνεχίσει προς το Τολέδο, όπου ενώθηκε με τον Ταρίκ.

Η κατάκτηση της κεντρικής Ιβηρικής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Τολέδο παραδόθηκε σχεδόν δίχως αντίσταση στον Μούσα στα τέλη του 711. Η κατάλυση της πρωτεύουσας κατακερμάτισε οριστικά την οργανωτική ικανότητα του Βησιγοτθικού Βασιλείου· εξαιρώντας την ανατολική Ιβηρική όπου βασίλευε ο Άγιλα Β΄, οι λοιπές πόλεις της χερσονήσου παραδόθηκαν στους μουσουλμάνους. Επίσης, οι κατακτητές βρέθηκαν να κατέχουν τον βασιλικό θησαυρό, έναν από τους σημαντικότερους στη Δύση της εποχής.
Οι ελάχιστοι ευγενείς που διέφυγαν κατέφυγαν είτε στη Γαλικία είτε στον Άγιλα. Τα στρατεύματα του Μούσα ξεχειμώνιασαν στο Τολέδο και την επόμενη άνοιξη υπέταξαν τις γύρω πόλεις της σημερινής Καστίλης-Λα Μάντσα.

Η κατάκτηση του βορρά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα μουσουλμανικά στρατεύματα διασπάστηκαν εκ νέου σε δύο μέρη. Ο Μούσα οδηγήθηκε βορειοδυτικά, όπου έφτασε μέχρι τη Λεόν και την Αστόργα. Ο Ταρίκ κατευθήνθηκε βορειοανατολικά προς τη Σαραγόσα, την οποία πυρπόλησε. Από εκεί ακολούθησε τα νερά του Έβρου προς τα βορειοδυτικά και υπέταξε την όλη περιοχή. Σημαντική λεπτομέρεια είναι η συμφωνία που έκανε με την ευγενή οικογένεια των Κάσιων, που θα έμενε στην ιστοριογραφία με το όνομα Μπάνου-Κάσι (Banu-Qasi, κυριολεκτικά, οι γιοι του Κάσσιου) και που έπαιξε σημαντικό ρόλο στους πρώτους αιώνες ζωής της Αλ-Άνταλους στα βόρεια σύνορά της. Στην Αστόργα συνάντησε τα στρατεύματα του Μούσα και συνδυασμένα πολιόρκησαν το Λούγο, πρωτεύουσα της επαρχίας της Γαλικίας. Με την πτώση του Λούγο, οι λοιπές πόλεις παραδόθηκαν.
Ορισμένες περιοχές παρέμεναν υπό βησιγοτθικό έλεγχο. Πέραν της Ταρρακωνικής, λαμπρό παράδειγμα αποτελεί η Μέριδα, η δεύτερη σημαντικότερη πόλη του βασιλείου που χάρη στα τείχη της και το λιμάνι της στον ποταμό Γουαδιάνα κατάφερε να αντέξει πολιορκία ενός έτους. Εν τέλει παραδόθηκε στον γιο του Μούσα, Αμπντ-αλ-Αζίζ,τον Ιούνιο του 712.
Οι δύο κατακτητές της Ιβηρικής, Μούσα και Ταρίκ, κλήθηκαν στην Δαμασκό στα τέλη του 712 από τον χαλίφη. Παρότι έφερε μαζί του μέρος των πλούσιων λάφυρων, ο Μούσα καταδικάστηκε σε θάνατο ενώ ο Ταρίκ πέθανε φτωχός.

Εδραίωση της κατάκτησης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα στάδια εξάπλωσης του Χαλιφάτων των Ομεϋαδών.
Με την φυγή και το θάνατο του Μούσα, ο γιος του, Αμπντελαζίζ, έμεινε στην Ιβηρική ως επικεφαλής των εκεί μουσουλμανικών στρατευμάτων. Όρισε ως έδρα του την Σεβίλλη και υιοθέτησε τον τίτλο του βαλή. Παράλληλα, ο Άγιλα Β΄ διατηρούσε τα εδάφη της σημερινής Καταλονίας και της βησιγοτθικής Σεπτιμανίας.
Ο Αμπντελαζίζ εγκαθίδρυσε σύστημα φορολογίας για τους μη μουσουλμάνους και εξουδετέρωσε τους εναπομείναντες πυρήνες αντίστασης στα κατακτημένα εδάφη. Ωστόσο, ο περιορισμένος αριθμός των στρατευμάτων του τον υποχρέωσε να υπογράψει συμφωνίες ονομαστικής υποταγής με ορισμένους γότθους ευγενείς, κυρίους ορισμένων περιοχών.[12] Η πιο γνωστή τέτοια συμφωνία ήταν με τον Θεοδομίρο, τον γότθο κύριο της Οριουέλα. Μέχρι το 780 μια ευρεία έκταση που περιλαμβάνει τις σημερινές ΈλτσεΑλικάντε και Λόρκα απόλαυσε περιφερειακή αυτονομία και ελεύθερη εκδήλωση της χριστιανικής λατρείας.
Προχωρώντας βορειότερα, ο Αμπνελαζίζ υπέταξε την ακτή του ισπανικού Λεβάντε. Στα δυτικά κατέλαβε την Λισαβόνα και το Αλγκάρβε· μια αντίστοιχη με την Οριουέλα αυτονομία αποδόθηκε στην Κοΐμπρα.
Το 715 υπήρξε έτος δίχως πολεμική δραστηριότητα για τους μουσουλμάνους. Σκοπός ήταν η επαναφορά της οικονομικής δραστηριότητας και η συνέχιση της γεωργικής παραγωγής. Μερικοί γότθοι ευγενείς μεταστράφηκαν στο Ισλάμ με σκοπό να αποφύγουν την φορολόγηση των αγαθών τους και να διατηρήσουν τις περιουσίες τους.
Η κίνηση του Αμπντελαζίζ να παντρευτεί την Εγιλόνδα, την χήρα του Ροδερίχου, σε συνδυασμό με τις επαφές του με την εναπομείνουσα βησιγοτθική ελίτ ερμηνεύτηκε από τη Δαμασκό ως προσπάθεια αυτονόμησης από την κεντρική εξουσία και δημιουργίας ενός κράτους υπό τον έλεγχό του.[3] Μετά από συνομωσία του αρχιστράτηγου και του κουνιάδου του, Αγιούμπ, ο βαλής του νέου κρατικού μορφώματος δολοφονήθηκε το καλοκαίρι του 715. Ο Αγιούμπ έμεινε για έξι μήνες υπεύθυνος των στρατευμάτων της Ιβηρικής.
Ο νέος κυβερνήτης, Αλ Χουρ, έφτασε με ενισχύσεις από το Χαλιφάτο και τον επόμενο χρόνο μετέφερε την πρωτεύουσα στην Κόρδοβα. Πολλοί βησιγότθοι ευγενείς, πιστοί πλέον στο νέο καθεστώς, επέστρεψαν στα κτήματά τους και ένας νέος φόρος χρήσης της γης επιβλήθηκε. Κόπηκε νέο νόμισμα από χρυσό, με δίγλωσσες επιγραφές στα αραβικά και ταλατινικά.
Ο νέος βησιγότθος βασιλιάς στα βορειοανατολικά, Άρδο, φαίνεται να ενισχύθηκε από τους Φράγκους της Ακουιτανίας. Από το 716 άρχισε να ξανανιώθει την στρατιωτική πίεση των μουσουλμάνων, που από τη Σαραγόσα κατέκτησαν σταδιακά όλες τις κύριες πόλεις του ελεύθερου βησιγοτθικού κράτους: ΛιέιδαΜπαρβάστροΤαραγόναΒαρκελώνη και Ζιρόνα.[6]
Προηγουμένως, ο Αλ-Χουρ είχε ειρηνοποιήσει τους Βάσκονες και είχε συμφωνήσει με την Πανπλόνα ένα καθεστώς αυτονομίας που διήρκησε μέχρι το 732.

Η ολοκλήρωση της κατάκτησης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 718, ο χαλίφης Ομάρ Β΄ φαίνεται να αποφάσισε την εγκατάλειψη των κατακτημένων εδαφών της Ιβηρικής λόγω του μεγάλους κόστους συντήρησης των μουσουλμανικών στρατευμάτων και των ελάχιστων εσόδων που απέφεραν τα νέα εδάφη. Επίσης, οι ισχυρές εντάσεις μεταξύ των Βερβέρων και των Αράβων συνέβαλαν στις δυσκολίες διαχείρησης των κατακτήσεων. Εν τούτοις η κατοχή της Ιβηρικής συνεχίστηκε, και νέος κυβερνήτης ορίστηκε ο Αλ-Σαμ μπεν Μαλίκ (718-721). Τα εναπομείναντα λάφειρα μοιράστηκαν και ο μουσουλμανικός στρατός κατέκτησε τη Ναρμπόν και το Περπινιάν την άνοιξη του 720. Τον ίδιο χρόνο πιθανότατα πέθανε ο τελευταίος βησιγότθος βασιλιάς, Άρδο.
Η επίθεση των μουσουλμάνων δεν περιορίστηκε στα βησιγοτθικά εδάφη. Το 721 ο Αλ-Σαμ επιτέθηκε στην Τουλούζη και βρήκε το θάνατο στα χέρια του κόμη Εύδη της Ακουιτανίας. Ο ηττημένος μουσουλμανικός στρατός υπό τον Αλ-Γκαφίκι επέστρεψε στην Ναρμπόν. Ο νέος κυβερνήτης Ανμπάσα ιμπν Σουχαΐμ αλ-Καμπίμπι περιόρισε την επιθετική δραστηριότητα και για τρία χρόνια επικεντρώθηκε στην οικονομική ανασυγκρότηση των κατεκτημένων εδαφών.
Το 724 ολοκλήρωσε την κατάκτηση του Βησιγοτθικού Βασιλείου με την είσοδό του στη Νιμ, την ανατολικότερη πόλη του. Προηγουμένως, μεταξύ 718 και 722 στα βουνά των Αστουριών, μια μικρή ομάδα χριστιανών ίδρυσε έναν ανεξάρτητο κρατικό πυρήνα που θα εξελίσσετο στο Βασίλειο των Αστουριών, διορίζοντας τον ευγενή βησιγότθο Πελάγιο ωςprinceps. Στα πλαίσια της ένοπλης αντίστασης εντάσσεται και η πιθανολογούμενη μάχη της Κοβαδόνγκα.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές και υποσημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Άλμα πάνω Οι μουσουλμάνοι της Ιβηρικής πολλές φορές αναφέρονται συλλογικά και ως Μαυριτανοί(στα ισπανικά moros).
  2. Άλμα πάνω Collins, Roger (2004), Visigothic Spain 409-711. Blackwell, Malden, Οξφόρδη, Carlton. σελ. 246.
  3. ↑ Άλμα πάνω, στο:3,0 3,1 Collins, Roger 2012: 5.
  4. Άλμα πάνω Collins, Roger 2012: 10.
  5. Άλμα πάνω Collins, Roger 2012: 8.
  6. ↑ Άλμα πάνω, στο:6,0 6,1 6,2 6,3 López και Davalillo 2000: 84.
  7. Άλμα πάνω Collins 2004: 138.
  8. Άλμα πάνω Collins 2004: 131.
  9. Άλμα πάνω Collins 2004: 141.
  10. Άλμα πάνω Collins 2004: 141.
  11. Άλμα πάνω Collins 2004: 142.
  12. Άλμα πάνω Collins, Roger 2012: 7.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Collins, Roger (2012), Caliphs and Kings. Spain, 796–1031. Blackwell, Malden, Οξφόρδη.
  • Collins, Roger (2004), Visigothic Spain 409-711. Blackwell, Malden, Οξφόρδη, Carlton.
  • López, Julio και Larrea, Davalillo (2000), Atlas histórico de España y Portugal, Sintesis, Μαδρίτη.