Translate on my blog

Τρίτη, 16 Ιουνίου 2015

Δημοκρατία της Βαϊμάρης

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Στις 30 Ιανουαρίου 1933 ο Χίντενμπουργκ ανέθεσε στονΧίτλερ την καγκελαρία του Ράιχ, υπογράφοντας την πράξη θανάτου της δημοκρατίας και την επικράτηση των απολυταρχικών και εθνικιστικών δυνάμεων. Ήδη από το 1923Βαυαροί στασιαστές, μεταξύ των οποίων ο Αδόλφος Χίτλερ, είχαν συλληφθεί έπειτα από την αποτυχία του Πραξικοπήματος της μπιραρίας για την ανατροπή της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης.
Δημοκρατία της Βαϊμάρης είναι ο ιστορικός και πολιτικός όρος που επικράτησε στη σύγχρονη διεθνή βιβλιογραφία για την (συμβατική) ονομασία του πολιτεύματος της Γερμανίας από το 1919 έως την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία το 1933. Κατά τη διάρκεια της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης το γερμανικό Ράιχ(εθνικό κράτος) απαρτίζεται από 17 ομόσπονδα κρατίδια, το καθένα με δική του κυβέρνηση και κοινοβούλιο, τα οποία εκπροσωπούνταν στο κεντρικό συμβούλιο.[2] Το σύνταγμα καθορίζει ένα πολιτικό σύστημα με στοιχεία της κοινοβουλευτικής και της προεδρευόμενης δημοκρατίας. Το κοινοβούλιο είναι το λεγόμενοΡάιχσταγκ και η πρωτεύουσα το Βερολίνο.

Γενικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πρώτη αυτή γερμανική δημοκρατία πήρε το όνομά της από την πόλη Βαϊμάρη(Weimar), όπου συνήλθε η Γερμανική Εθνοσυνέλευση για να δημιουργήσει ένα νέο Σύνταγμα μετά την κατάλυση της Γερμανικής Αυτοκρατορίας.
Η δημιουργία της δημοκρατικής αυτής κυβέρνησης είναι άμεση συνέπεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Η κυβέρνηση αυτή, που υπέγραψε τη Συνθήκη των Βερσαλλιών, αποτελούμενη από σοσιαλιστές της αριστεράς, σοσιαλδημοκράτες και αντιπροσώπους του καθολικού Κέντρου, πολύ γρήγορα βρέθηκε αντιμέτωπη με την κομμουνιστική εξέγερση των Σπαρτακιστών του Βερολίνου, την οποία κατέστειλε με βιαιότητα και δολοφόνησε τους ηγέτες της Ρόζα Λούξεμπουργκ καιΚαρλ Λίμπκνεχτ (15 Ιανουαρίου 1919).

Σύνταγμα της Βαϊμάρης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Καρπός ενός συμβιβασμού μεταξύ των διαφόρων πολιτικών δυνάμεων, (Απρίλιος 1919), το σύνταγμα αντιπροσώπευε ό,τι πιο προοδευτικό και δημοκρατικό μπορούσε να υπάρξει εκείνη τη στιγμή. Έθετε επίσης με σαφήνεια τα όρια των διαφόρων εξουσιών και περιείχε τις θεμελιώδεις διατάξεις που αφορούσαν την παιδεία, την κοινωνική πολιτική, τις σχέσεις εργασίας κ.α. Ωστόσο, η οικονομική κρίση που αντιμετώπιζε η Γερμανία, το πολεμικό χρέος που υποχρεωνόταν να καταβάλει και η διατήρηση των οργάνων εξουσίας του παλαιού καθεστώτος μέσα στο σώμα της νέας δημοκρατίας ευνοούσαν την αναβίωση του εθνικισμού και έφθειραν τα δημοκρατικά κόμματα. Οι κυβερνήσεις που ακολουθούσαν ζούσαν υπό το βάρος του πληθωρισμού, τον οποίον τροφοδοτούσε η πληρωμή των πολεμικών επανορθώσεων, ενώ οι δεξιοί εξαπέλυαν τραγική σειρά δολοφονιών.[2]

Το βαρύ πολεμικό χρέος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το σοβαρότερο πλήγμα κατά της γερμανικής δημοκρατίας δόθηκε όταν ηΓαλλία, για να εξασφαλίσει την πληρωμή των χρεών, κατέλαβε τη βιομηχανική περιοχή του Ρουρ (11 Ιανουαρίου 1923) σε συμφωνία με τοΒέλγιο. Η κυβέρνηση, πρόεδρος της οποίας ήταν ο Βίλχελμ Κούνο, αντέδρασε κηρύσσοντας παθητική αντίσταση, ενώ η χρηματοδότηση από τη γερμανική κυβέρνηση οδήγησε στην οριστική κατάρρευση του μάρκου και στην όξυνση του πληθωρισμού. Μέσα στη γενική κρίση, τα αντιδραστικά κινήματα έδωσαν το σύνθημα της εξέγερσης, παρά την αναχαίτιση του πληθωρισμού που οφειλόταν στα μέτρα της κυβέρνησης εθνικής ενότητας που συγκροτήθηκε στις 13 Αυγούστου από τον Γκούσταβ Στρέζεμαν, τον σημαντικότερο πολιτικό της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Άλμα πάνω Thomas Adam, Germany and the Americas: Culture, Politics, and History, 2005, ISBN 1-85109-633-7, σελ. 185
  2. ↑ Άλμα πάνω, στο:2,0 2,1 Εγκυκλοπαίδεια Δομή, τόμ. 4, ISBN 960-8177-54-5, σελ. 539

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]