Translate on my blog

Δευτέρα, 22 Ιουνίου 2015

Μισαήλ Αποστολίδης

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Μισαήλ
Ο Μισαήλ (κατά κόσμον Αποστολίδης), ήταν ο δεύτερος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών (και πάσης Ελλάδος).
Γεννήθηκε το 1789 στο Μελισσουργιό Κισσάμου Κρήτης[1]. Το 1800 εκάρη μοναχός και διάκονοςστη Μονή Θεοτόκου Γωνιάς της Κρήτης. Σπούδασε επίσης στο Φιλολογικό Γυμνάσιο τηςΣμύρνης και κατόπιν χειροτονήθηκε πρεσβύτερος.
Από το 1815 έως το 1833 περίπου διακόνησε ως ιερέας και δάσκαλος στις ελληνικές κοινότητες της Ευρώπης, ξεκινώντας από τη Βιέννη, συνεχίζοντας στην Τεργέστη και τελικά στο Μόναχο το1830. Εκεί παρακολούθησε επίσης μαθήματατα Θεολογίας και Φιλοσοφίας, ως ακροατής. Προηγούμενα, το 1827, βοήθησε να συγκεντρωθούν χρήματα από τους έλληνες της διασποράς προκειμένου να ιδρυθούν ορφανοτροφεία στην ελεύθερη πλέον Ελλάδα, μετά από παράκληση του Ιωάννη Καποδίστρια. Το 1833 επέστρεψε στην Ελλάδα, μετά από σχετική πρόσκληση του πατέρα του Όθωνα, βασιλιά της Βαυαρίας Λουδοβίκου Α΄, προκειμένου να διδάξει ελληνική γλώσσα και ιστορία στο γιο του, που μόλις είχε εγκατασταθεί ως βασιλιάς στην Ελλάδα.
Στην Αθήνα δίδαξε επίσης στο Θεολογικό Σχολείο και στο Διδασκαλείο, ενώ το 1837 διορίστηκε διορίστηκε ως ο πρώτος τακτικός καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών[2] στη Δογματική θεολογία, τη Χριστιανική ηθική και την Ερμηνεία της Παλαιάς Διαθήκης. Χρημάτισε κοσμήτορας της Σχολής και Πρύτανης του Πανεπιστημίου κατά τα έτη 1842-1843 και 1850-1851, ενώ το 1852 ανακηρύχθηκε επίτιμος καθηγητής.
Ο Μισαήλ υπήρξε από τα ιδρυτικά μέλη της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρίας και ο πρώτος καθηγητής της Ριζαρείου Σχολής, της οποίας κατόπιν εγινε διευθυντής. Συμμετείχε ενεργά στο πιο φλέγον εκκλησιαστικό ζήτημα της εποχής, αυτό της Αυτοκεφαλίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, η οποία είχε μεν αυτοανακηρυχθεί Αυτοκέφαλη, δεν είχε όμως αναγνωριστεί από το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Ο Μισαήλ ήταν εκπρόσωπος της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος στην Κωνσταντινούπολη και από τη θέση αυτή συνετέλεσε στην έκδοση του Συνοδικού Τόμου το 1850, με τον οποίο αναγνωρίστηκε το υπάρχον ως σήμερα εκκλησιαστικό καθεστώς της Ελληνικής Εκκλησίας.
Το 1852 χειροτονήθηκε αρχιεπίσκοπος Πατρών και Ηλείας. Στις 2 Δεκεμβρίου 1861 εξελέγη Μητροπολίτης Αθηνών, θέση στην οποία παρέμεινε για λίγους μόλις μήνες, ως τον θάνατό του στις 21 Ιουλίου 1862. Ως Μητροπολίτης Αθηνών τέλεσε τα εγκαίνια της Μητρόπολης Αθηνών ενώ έπαιξε σημαντικό ρόλο στην ανέγερση μνημείου για τον Πατριάρχη Γρηγόριος Ε΄.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικές συνδέσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]


τίτλοι της Ορθόδοξης Εκκλησίας
Προκάτοχος
Δεδρινός
Μητροπολίτης Πατρών
1852-1861
Διάδοχος
Κύριλλος
Προκάτοχος
Άγνωστο
Μητροπολίτης Ηλείας
1852-1861
Διάδοχος
Άγνωστο
Προκάτοχος
Νεόφυτος
Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος
1861-1862
Διάδοχος
Θεόφιλος