Translate on my blog

Κυριακή, 7 Ιουνίου 2015

Ξένες εισβολές στη ρωσική επικράτεια (1237-1941)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Οι ξένες εισβολές στη ρωσική επικράτεια από το 1237 έως το 1941 ήταν μεγάλες πολεμικές εκστρατείες που αναλήφθηκαν από ισχυρούς αντιπάλους, εναντίον του ρωσικού έθνους. Τις εισβολές πραγματοποίησαν είτε στρατοί, είτε στρατιωτικοί συνασπισμοί ξένων εθνών ή κρατών, που επιβουλεύθηκαν την εδαφική ακεραιότητα της ρωσικής επικράτειας. Μόνο ελάχιστες από αυτές τις εισβολές ήταν επιτυχείς, με τη συντριπτική πλειονότητα των υπολοίπων να αποδεικνύεται καταστροφική για τους επιτιθέμενους, ενώ σε μια περίπτωση συνομολογήθηκε ανακωχή[1].
Τα αίτια των αποτυχημένων εχθρικών εισβολών στο ρωσικό έδαφος θα πρέπει να αναζητηθούν στην δυνατότητα των αμυνομένων να παρατάξουν αποφασιστική άμυνα λόγω τεράστιας έκτασης του κράτους τους[2] αλλά και λόγω της -ιστορικά- αποδεδειγμένης αντοχής τους στα πεδία των μαχών[3], στην δυνατότητα της κινητοποίησης πολυάριθμου στρατού[4] και εφεδρειών [5], αλλά και στις γενικότερες κλιματολογικές συνθήκες που επικρατούν[6], στις οποίες είναι περισσότερο εξοικειωμένοι από τους αντιπάλους τους.

Εισβολή των Μογγόλων στο Κράτος των Ρως[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Την τριετία 1237 - 1240 οι στρατιωτικές ορδές (αποκαλούνται εμφαντικά σαν Χρυσή Ορδή) του Μογγολικού Χανάτου του Κιπτσάκ[7] το οποίο είχε ιδρυθεί από τον Μπατού Χαν, εγγονό του Τζένγκις Χαν, ενισχυμένες από τουρκικής καταγωγής υποτελείς λαούς, όπως οιΤάταροι κ.α. εισέδυσαν στην περιοχή του Βόλγα και πραγματοποίησαν εισβολές στην νότια και την κεντρική Ρωσία, εκτάσεις που τότε ανήκαν στο Κράτος των Ρως. Όλες σχεδόν οι επαρχίες της σημερινής Ουκρανίας περιλαμβανομένης της πόλης του Κιέβου λεηλατήθηκαν και καταστράφηκαν, ενώ οι τοπικοί πληθυσμοί εξανδραποδίσθηκαν ή υποδουλώθηκαν σε μια τεράστια επικράτεια που ξεκινούσε από ταΟυράλια και έφτανε έως τα Καρπάθια Όρη. Η μοναδική ηγεμονία που διατήρησε την αυτονομία της ήταν του Νόβγκοροντ, οι ηγέτες της οποίας πέτυχαν να αποκρούσουν τις επόμενες δυο εισβολές ξένων δυνάμεων.

Εισβολή των Σουηδών στο Νόβγκοροντ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1240 οι Σουηδοί - Βάραγγοι επιχείρησαν την κατάλυση της Δημοκρατίας του Νόβγκοροντ, αλλά συνάντησαν την πεισματική αντίσταση των Ρως, που με ηγέτη τους τον δούκα Αλέξανδρο Γιαροσλάβιτς τους κατατρόπωσαν στη Μάχη του Νέβα στις όχθες του ομώνυμου ποταμού, χάρις στην οποία νίκη ο Γιαροσλάβιτς απέκτησε έκτοτε το προσωνύμιο "Νιέφσκι" (δηλ. του Νιέβα)[8]

Εισβολή των Τευτόνων Ιπποτών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ένα μόλις χρόνο μετά τη σουηδική εισβολή (1241), το παράδειγμά της μιμήθηκαν οι Τεύτονες Ιππότες, ένα γερμανικό σώμα που με επικεφαλής τον Χέρμαν φον Μπουξχέβντεν είχε κοιτίδα και ορμητήριό του την περιοχή της Λιβονίας, στη δυτική ακτή της Βαλτικής Θάλασσας και νότια της σημερινής Λιθουανίας. Οι Ιππότες αρχικά σημείωσαν επιτυχίες, όπως την κατάληψη της δεύτερης μεγαλύτερης πόλης της Δημοκρατίας του Νόβγκοροντ, του Πσκοβ. Ωστόσο, εν συνεχεία ο Γιαροσλάβιτς μεθόδευσε σταδιακά την οργάνωση των ελεύθερων περιοχών και τελικά, επικεφαλής μιας ενισχυμένης δύναμης περίπου 5.000 πεζών κατενίκησε τους Τεύτονες στις 5 Απριλίου1242. Παρά το γεγονός ότι οι Τεύτονες ήταν αριθμητικά υποδεέστεροι (μαζί με Δανούς και Εσθονούς συμμάχους τους έφταναν τον αριθμό των 3.000 ανδρών), το επίτευγμα του Νιέφσκι ήταν πολύ σημαντικό, καθώς η δύναμη των αντιπάλων του αποτελείτο από σιδερόφρακτο Ιππικό.

Εισβολές στη Μοσχοβία (1368 - 1382)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά τη διάρκεια του δευτέρου ημίσεως του 14ου αιώνα και συγκεκριμένα από το 1368 έως το 1382, όταν το Κράτος των Ρως είχε διαδεχθεί η Μοσχοβία (για το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα αναφέρεται σαν 'Μέγα Δουκάτο της Μόσχας' 1340 - 1547, μετεξέλιξη του 'Πριγκηπάτου της Μόσχας' 1276 - 1340) σημειώθηκαν αλλεπάλληλες ξένες εισβολές στη ρωσική επικράτεια.

Λιθουανική εισβολή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1368 και με αφορμή τη διεκδίκηση της διοικητικής περιφέρειας του εκλειπόντα ηγέτη της περιοχής Σεμιόν Κονσταντίνοβιτς, εξεράγη εμφύλιος πόλεμος στο Δουκάτο του Τβερ της Μοσχοβίας μεταξύ οπαδών του Βασίλι Μιχάηλοβιτς Κάσινσκι και του ανιψιού του, Μιχαήλ Αλεξάντροβιτς. Στην προσπάθειά του να μεσολαβήσει προκειμένου να τερματισθεί η σύγκρουση, ο μέγας Δούκας της Μοσχοβίας Ντμίτρι Ιβάνοβιτς τάχθηκε στο πλευρό του Βασίλι Μιχάηλοβιτς, γεγονός που υποχρέωσε τον Μιχαήλ Αλεξάντροβιτς να καταφύγει στη Λιθουανίαζητώντας τη στρατιωτική συνδρομή του γαμβρού του και ηγέτη της χώρας, δούκα Αλγκίρντας[9]. Κατά τη διάρκεια της απουσίας του, ο Βασίλι Μιχαήλοβιτς και ο Ιβάνοβιτς διαμοίρασαν τα εδάφη της περιφέρειάς του. Τότε ο Μιχαήλ -ενισχυόμενος από τους Λιθουανούς- εξεστράτευσε εναντίον τους, κατέλαβε την πόλη Τβερ και τους εξεδίωξε, αφού πρώτα αυτοαποκλήθηκε "Μέγας Δούκας του Τβερ", επιδιώκοντας την εκ νέου ανεξαρτοποίηση του δουκάτου. Τότε ο Ντμίτρι Ιβάνοβιτς, κατόπιν υπόδειξης των συμβούλων του, τον προσκάλεσε στη Μόσχα όπου και τον φυλάκισε. Ο Μιχαήλ απελευθερώθηκε όμως, λόγω παρέμβασης του πρεσβευτή του Χανάτου. Ακολούθως και προκειμένου να ξεπλύνει την προσβολή που υπέστη, ο Μιχαήλ ζήτησε και πάλι τη βοήθεια του Λιθουανού γαμβρού του. Ο δούκας Αλγκίρντας, επικεφαλής μεγάλης δύναμης, κινήθηκε τώρα προς τη Μόσχα και στις 21 Νοεμβρίου 1368, στον ποταμό Τόστνα κόντα στη Μόσχα, οι Μοσχοβίτες ηττήθηκαν από τους εισβολείς Λιθουανούς. Ωστόσο, η πρωτεύουσά τους άντεξε, με συνέπεια, αφού πρώτα λεηλάτησαν τα εδάφη του δουκάτου επί τριήμερο, τελικά οι Λιθουανοί να αποχωρήσουν.

Πρώτη Μογγολική εκστρατεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οκτώ χρόνια αργότερα (1376) η Μοσχοβία, επιδιώκοντας να επεκτείνει την κυριαρχία της στην περιοχή Βολσκό-Κάμσκαγια (της σημερινής Βουλγαρίας), ξεκίνησε εμπορικές διαπραγματεύσεις -και προέβη σε παραχωρήσεις- με το γειτονικό -αυτόνομο- Νόβγκοροντ, σκοπεύοντας να το χρησιμοποιήσει σαν σύμμαχο εναντίον του Τβερ. Τότε, ο Μογγόλος ηγεμόνας της Μπλε Ορδής, Χάνος Μαμάι τηςΚριμαίας[10], ανήσυχος για τις βλέψεις του μοσχοβίτη δούκα, εξεστράτευσε εναντίον των Μοσχοβιτών. Στη μάχη στον ποταμό Πιάνα το ρωσικό στράτευμα ηττήθηκε από τον δούκα της ορδής, Αράπσι. Τον επόμενο χρόνο (1377) ο Μαμάι έστειλε ισχυρές δυνάμεις στη Μόσχα με στόχο τη λεηλασία και πυρπόλησή της. Ο Ντμίτρι Ιβάνοβιτς συνάντησε τους μογγόλους στον ποταμό Βοζσά, όπου τους νίκησε για πρώτη φόρα σε περίοδο 150 χρόνων.

Δεύτερη Μογγολική εκστρατεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Μαμάι, επιμένοντας, προετοίμασε «νέα μεγάλη εκστρατεία στη Ρωσία», επί έναν ολόκληρο χρόνο. Κινητοποιώντας μισθοφόρους από τη Γένοβα, την Τσερκεσία και αλλού, αλλά και με την προσχώρηση στο στράτευμά του των δυνάμεων του λιθουανού δούκα Γιαγκάϊλο αλλά και του δούκα του Ριαζάν, Όλεγκ (που είχε συμφωνήσει μυστικά μαζί του να διαμοιράσουν οι δυο τους τα υπό κατάληψη εδάφη της Μοσχοβίας), ετοιμάσθηκε για εισβολή, το καλοκαίρι του 1380. Το εκστρατευτικό του σώμα περιελάμβανε έναν αριθμό 100-120.000 ανδρών. Συνασπισμένα στρατιωτικά τμήματα των περισσότερων ρωσικών δουκάτων ενώθηκαν στην περιοχή της Κολόμνα, όπου βρισκόταν ο Ιβάνοβιτς με τους επιτελείς του. Οι αντίπαλοι συγκρούσθηκαν στην εκβολή του ποταμού Νεπριάντβα στον ποταμό Ντον, για την τελική επικράτηση στις 8 Σεπτεμβρίου του 1380. Αφού δέχθηκαν πρώτα την ευλογία του Αγίου Σέργιου Ραντονέτσκι, οι ρώσοι στρατιώτες κατενίκησαν τον Μαμάι[11] και τους άντρες του, αναγκάζοντάς τους σε άτακτη φυγή. Τιμητικά, στον Ντμίτρι Ιβάνοβιτς (που τραυματίσθηκε βαριά, αλλά επέζησε) δόθηκε το προσωνύμιο "Ντονσκόι" (από το όνομα του ποταμού Ντον). Οι Γιαγκάϊλο και Ολέγκ αναγνώρισαν την πρωτοκαθεδρία του, ενώ τα υπολείμματα των δυνάμεων του Μαμάϊ (που κατόρθωσε να διαφύγει) κατατροπώθηκαν από τον Μογγόλο στρατηλάτη Τοχταμίς[12], απόγονονο του Τσένγκις Χαν και νέο ηγέτη της Ορδής.

Τρίτη Μογγολική εκστρατεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το επόμενο έτος (1381) ο Ιβάνοβιτς αρνήθηκε να ενταχθεί στην Ορδή και ο Τοχταμίς, με τη συμβολή του Ολέγκ, εξεστράτευσε στη Μοσχοβία απειλώντας την ίδια τη Μόσχα (1382). Αυτή τη φορά ο Ντμίτρι "Ντονσκόι" απέτυχε να αντιτάξει αποτελεσματική άμυνα (καθώς δεν πρόλαβε να ανασυντάξει έγκαιρα τις δυνάμεις του) και οι Μογγόλοι κατέκαυσαν την πρωτεύουσά του, αιχμαλωτίζοντας ή σκοτώνοντας την πλειονότητα του άμαχου πληθυσμού.

Εισβολή του Βασιλείου των Σουηδών στο Βασίλειο της Ρωσίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 1 Ιανουαρίου του 1708, ο βασιλιάς Κάρολος ΙΒ΄ της Σουηδίας οδηγώντας μια δύναμη 45.000 ανδρών αποφάσισε να εκστρατεύσει εναντίον της Ρωσίας[13]. Αφού διέσχισε τον ποταμό Βιστούλα στρατοπέδευσε στο Μινσκ, πρωτεύουσα της σημερινής Λευκορωσίας, όπου διαχείμασε και ακολούθως σημείωσε αρκετές επιτυχίες, όπως στη Μάχη του Χόλοβζιν. Οι Ρώσοι απάντησαν εφαρμόζοντας την τακτική της "καμμένης γης". Οι Σουηδοί κατέλαβαν τότε την Ουκρανία, αλλά μια εφοδιοπομπή που ερχόταν προς βοήθειά τους καταστράφηκε σχεδόν ολοκληρωτικά με αποτέλεσμα οι Ρώσοι (υπό το Μέγα Πέτρο) να βρεθούν σε πλεονεκτική κατάσταση και στο τέλος να τους συντρίψουν, στη Μάχη της Πολτάβας.

Εισβολή της Μεγάλης Στρατιάς στην Αυτοκρατορική Ρωσία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στα 1812 ο γάλλος αυτοκράτορας Ναπολέων Βοναπάρτης εισέβαλε με τη σειρά του στις αχανείς εκτάσεις της Ρωσικής Αυτοκρατορίας, επικεφαλής μιας τεράστιας στρατιάς (που αποκλήθηκε "Μεγάλη Στρατιά") 600.000 ανδρών, την πολυπληθέστερη που είχε εμφανισθεί έως τότε στην παγκόσμια ιστορία. Παρά την αναμφισβήτητη στρατιωτική του ιδιοφυία, ο Βοναπάρτης δεν είχε υπολογίσει τους διάφορους αστάθμητους παράγοντες όπως τον αμείλικτο ρωσικό χειμώνα, αλλά και την παρελκυστική τακτική του τσάρου, οι οποίοι βαθμηδόν, μετέτρεψαν την επιτυχή του εκστρατεία σε πανωλεθρία. Στην κρισιμότατη Μάχη του Μαλογιαροσλάβετς οι γάλλοι ηττήθηκαν και υποχρεώθηκαν να συμπτυχθούν, εγκαταλείποντας άδοξα την προσπάθειά τους.

Εισβολή της Γερμανικής Αυτοκρατορίας στη Ρωσία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το χειμώνα του 1917 - 1918 οι γερμανικές δυνάμεις είχαν πετύχει να αντιστρέψουν την κατάσταση στο αποκαλούμενο "Ανατολικό Μέτωπο" του Α' Π.Π. και από αμυνόμενες να βρεθούν σε θέση επιτιθεμένου σε βάρος των τσαρικών στρατευμάτων που μετείχαν στον αντίπαλο στρατιωτικό συνασπισμό, αυτόν της Αντάντ. Η σφοδρή αντεπίθεση των γερμανικών τμημάτων προκάλεσε τεράστια αναταραχή στο εσωτερικό της Ρωσίας, με αποτέλεσμα το ξέσπασμα της επανάστασης των μπολσεβίκων[14], την ανατροπή του αυτοκρατορικού καθεστώτος και της μετριοπαθούς κυβέρνησης του Κερένσκι και τη σύναψη ανακωχής μεταξύ των δυο εμπλεκομένων στη σύγκρουση κρατών (Μάρτιος 1918). Με τη συμφωνία που υπογράφηκε, η Ρωσία παραχώρησε στη Γερμανία τις περιοχές της Πολωνίας, τηςΟυκρανίας, της Λιθουανίας και τις επαρχίες της Βαλτικής.

Εισβολή της Βέρμαχτ στη Σοβιετική Ένωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πρώτος -και τελευταίος μέχρι στιγμής- μεγάλος στρατιωτικός αρχηγός που επιχείρησε να αλώσει την ΕΣΣΔ (πλέον) ήταν ο Αδόλφος Χίτλερ. Ο ηγέτης των Ναζί ανέπτυξε μια τεράστια στρατιά 3.000.000 ανδρών, αποτελούμενη από ΓερμανικέςΙταλικέςΟυγγρικές,Ρουμανικές κλπ μονάδες στα σύνορα με την Σοβιετική Ένωση, εξαπολύοντας αιφνιδιαστική επίθεση σε βάρος της, τον Ιούνιο του 1941. Παρά τις πολύ σημαντικές επιτυχίες των γερμανών κατά τα δυο πρώτα χρόνια της σύρραξης, ο στρατός τους υπέκυψε τελικά κάτω από το βάρος τόσο του χειμώνα, όσο και μιας μεγάλης αντεπίθεσης του Κόκκινου Στρατού υπό την ηγεσία του Ιωσήφ Στάλιν στα 1943 και υποχρεώθηκε να υποχωρήσει συντεταγμένα επί μια διετία (1944 - 1945). Η περικύκλωση και η εξολόθρευση του μεγαλύτερου μέρους της γερμανικής 6ης στρατιάς υπό τον στρατάρχη Φρίντριχ Πάουλους στη Μάχη του Στάλινγκραντ τον Ιανουάριο του 1943 και η ήττα των τεθωρακισμένων γερμανικών δυνάμεων στη Μάχη του Κουρσκ το καλοκαίρι του ίδιου έτους στάθηκαν οι πιο βασικές στρατιωτικές αιτίες για τη γερμανική οπισθοχώρηση, αλλά και την επιτυχή για τους συμμάχους έκβαση του Δεύτερου Π.Π.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]